Χριστόδουλου Βασιλειάδη
A.
α΄. Γένεση της όπερας
Μία ομάδα από μουσικούς στη Φλωρεντία, όπως ο Vincenzo Galilei[1], ο Guilio Caccini (1550-1618) και ο Jacopo Peri (1561-1663) συναντιόντουσαν στα ανάκτορα και συζητούσαν για διάφορα μουσικά θέματα. Από αυτές τις συναντήσεις προέκυψε το συνοδευμένο ρετσιτατίβο[2].Το πρώτο μουσικό δράμα ήταν το «Δάφνη» και ακολούθως η όπερα «Ευρυδίκη» και τα δύο σε σύνθεση του Peri. Ο πρώτος μεγάλος συνθέτης όπερας υπήρξε ο Claudio Monteverdi[3] (Κρεμόνα 1567-Βενετία 1643). Ο Μοντεβέρντι στη Μάντοβα γράφει τις πρώτες του όπερες «Ορφέας» (1607) σε πέντε πράξεις και «Αριάδνη» (1608)[4]. Γύρω στα μέσα του 17ου αιώνα οι χορευτικές σκηνές (δράμα) αναμίχθηκαν με τις αφηγήσεις και έτσι προετοιμάζουν το έδαφος για την δημιουργία της όπερας.
β΄. Jean-Baptiste Lully
Ο Ιταλός συνθέτης Jean-Baptiste Lully από
παιδί μετακόμισε στην Γαλλία[5].
Στα 1653 διορίστηκε αυλικός συνθέτης από τον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ΄. O Lully
μελέτησε την τεχνοτροπία του Cavalli, και
έτσι πήρε αρκετά στοιχεία γύρω από την όπερα. Στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια
της ζωής του ο Lully διευθύνει την
Όπερα των Παρισίων και έτσι του δίνεται ο ευκαιρία να συνθέσει μια σειρά από
όπερες. Η όπερα στη Γαλλία διατήρησε τη δική της ανεξαρτησία και κυρίως τη
γαλλική γλώσσα. Ο Lully ονόμαζε τις
όπερές του «λυρικές τραγωδίες» (tragedies lyriques). Οι όπερες αυτές έχουν λιγότερη
ποικιλία στη μορφή από εκείνη των
ιταλικών όπερων. Τα ρετσιτατίβα επίσης έχουν πλούσια ορχηστρική επένδυση και η
μουσική είναι αυστηρή. Η χορωδία χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό ενώ η ορχήστρα
ακούγεται μόνη στην εισαγωγή και στα χορευτικά μέρη της όπερας[6].
Το 1618 άρχισε ο τριακονταετής
πόλεμος με σκοπό να αναχαιτίσουν τη προέλαση του προτεσταντισμού στην Γερμανία.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το να μην αναπτυχθεί
και καθιερωθεί η όπερα. Η πρώτη όπερα στα βόρεια των Άλπεων ήταν η
Ανδρομέδα του Girolamo Giacobbi
(1567-1629). Στο Τοργκάου του ποταμού Έλβα στα 1627 έχουμε την πρώτη όπερα με
γερμανικό κείμενο, την Δάφνη του Heinrich Schütz
(1585-1627)[7]. Ο Sigmund Staden
στα 1644 γράφει την όπερα «Αιωνιότητα Ψυχής» (Seelewig),
η οποία έχει διασωθεί. Την εποχή αυτή η όπερα ευδοκιμούσε περισσότερο στην
Ιταλία και δεν μπορούμε ακόμη να μιλούμε για γερμανικό ύφος. Γι’ αυτό και ο Mozart ένα αιώνα μετά συνέθετε ιταλικές όπερες[8].
Η όπερα του Αμβούργου εγκαινιάστηκε στα 1678 με ένα θρησκευτικό έργο το «Αδάμ
και Εύα» του Johann Theile[9]
(1646-1724).
Στο Αμβούργο γύρω στα τέλη του 17ου
αιώνα διαπρέπουν οι συνθέτες Nikolaus Strungk[10], ο
Johann Franck και ο Johann Föster.
Ένας μεγάλος συνθέτης όπερας στο Αμβούργο, με πάνω από εκατό όπερες στο
ενεργητικό του, είναι ο Reinhard Keiser.
(συνεχίζεται)
[1] Πατέρας του αστρονόμου
Γαλιλαίου.
[2] Βλ.
HEADINGTON, Ιστορία, σ.
128. KENNEDY, Dictionary, σ. 522.
[3] Βλ.
HEADINGTON, Ιστορία, σ.
129. KENNEDY,
Dictionary, σ. 427.
[4] Από την «Αριάδνη»
σώζεται μόνο ο «Θρήνος της Αριάδνης», τον οποίο έγραψε για τον θάνατο για της
δικής του συζύγου. Βλ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ, Λεξικό, σ.
13.
[5] Βλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Μουσική, σσ. 44-45.
[6] Βλ.
HEADINGTON, Ιστορία, σ.
134. KENNEDY,
Dictionary, σσ. 381-382.
[7] Η όπερα αυτή δυστυχώς
έχει χαθεί. Βλ. KENNEDY,
Dictionary, σ. 579.
[8] Βλ. HEADINGTON, Ιστορία, σ. 136.
[9] O Johann Theile υπήρξε μαθητής του Heinrich Schütz. Βλ. KENNEDY, Dictionary, σ. 554.
[10] Ο Nikolaus Strungk στα 1693 άνοιξε δικό του θέατρο στην Λειψία και ανέβασε μια δική του όπερα, την «Άλκηστη».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου